Μι:



μεταβλητή, μεταβλητή ελέγχου, μεταγλωττιστής, μεταφερσιμότητα



Μεταβλητή (Variable): Όνομα που έχει προκαθοριστεί στο τμήμα δηλώσεων και χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει ένα στοιχείο δεδομένου, του οποίου η τιμή μπορεί να αλλάζει κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμματος. Διακρίνεται από τον τύπο της.

Παράδειγμα: Στη ΓΛΩΣΣΑ υποστηρίζονται οι τύποι ΑΚΕΡΑΙΟΣ, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΛΟΓΙΚΟΣ.
Δήλωση μεταβλήτών σε πρόγραμμα γραμμένο σε ΓΛΩΣΣΑ.
ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ
   ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ: ΕΜΒΑΔΟ, ΥΨΟΣ
   ΑΚΕΡΑΙΕΣ: ΜΕΤΡΗΤΗΣ, ΕΤΟΣ
   ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ: ΟΝΟΜΑ
   ΛΟΓΙΚΕΣ: ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ, ΒΡΕΘΗΚΕ




Μεταβλητή ελέγχου (Control variable): Μεταβλητή της οποίας η τιμή ελέγχει τον αριθμό των εκτελέσεων ενός βρόγχου.

Παράδειγμα: Στον αλγόριθμο υπολογισμού του μέσου όρου ηλικιών 100 ανθρώπων (παράσταση με διάγραμμα ροής), μεταβλητή ελέγχου είναι ο μετρητής k.
FLOWCHART1.JPG




Μεταγλωττιστής (Compiler): Πρόγραμμα που χρησιμοποιείται για τη μετάφραση προγράμματος από γλώσσα υψηλό επιπέδου που είναι κατανοητή από τον προγραμματιστή, σε γλώσσα χαμηλού επιπέδου, κατανοητή από τον υπολογιστή. Παίρνει ως είσοδο το πηγαίο πρόγραμμα και παράγει το αντικείμενο πρόγραμμα.

metaglwtisi2.JPG
Διαδικασία μεταγλώττισης.


Περισσότερα για τους μεταγλωττιστές
Περισσότερα




Μεταφερσιμότητα: Σημαντικό χαρακτηριστικό και προσόν των γλωσσών προγραμματισμού υψηλού επιπέδου, που επιτρέπει στα προγράμματα που έχουν γραφτεί με αυτές να εκτελούνται σε οποιονδήποτε υπολογιστή.